Ανάδραση > Βιοανάδραση (Βιοανατροφοδότηση – Biofeedback) > Εφαρμογές βιοανατροφοδότησης (βιβλίο) > Κεφάλαιο 9 – Κροταφογναθικό Σύνδρομο: Κλινική Μελέτη 22 Περιστατικών

Κεφάλαιο 9 – Κροταφογναθικό Σύνδρομο: Κλινική Μελέτη 22 Περιστατικών

Αυτό είναι το “Κεφάλαιο 9” από το βιβλίο “Εφαρμογές Βιοανατροφοδότησης” και έχει τίτλο: “Κροταφογναθικό Σύνδρομο: Κλινική Μελέτη 22 Περιστατικών”. Η Α.Ρ.Α. βιβλιογραφική αναφορά του είναι: “Χρηστίδης, Δ. Α. (2001). Εφαρμογές Βιοανατροφοδότησης. Αθήνα: Έλλην.”

Εάν χρησιμοποιήσετε ως παραπομπή αυτό το άρθρο μου (ή κάποιο άλλο) σε κάποια εργασία σας ή δημοσίευση, σας παρακαλώ πολύ να με ενημερώσετε. Θα χαρώ πολύ εάν μου στείλετε την εργασία σας για ενημέρωση. Σας ευχαριστώ προκαταβολικά.

Κροταφογναθικό Σύνδρομο: Κλινική Μελέτη 22 Περιστατικών

Περίληψη

Η παρούσα κλινική μελέτη αναφέρεται στην ψυχοφυσιολογική αντιμετώπιση 22 περιστατικών με Κροταφογναθικό Σύνδρομο με τη χρήση γνωστικοσυμπεριφορικών τεχνικών διαχείρισης του στρες, χαλάρωσης και βιοανατροφοδότησης (biofeedback). Μετρήθηκαν, πριν και μετά τη θεραπεία, οι ηλεκτρομυογραφικές (ΗΜΓ) τιμές του κροταφίτη, μασητήρα, ινιομετωπιαίου και άνω τραπεζοειδή (αμφίπλευρα), η υποκειμενική εκτίμηση του πόνου, οι ημέρες πόνου ανά μήνα, η ύπαρξη βρυγμών και ήχων, η κατανάλωση φαρμάκου ανά μήνα, η ύπαρξη περιορισμού στο εύρος κίνησης της κροταφογναθικής άρθρωσης, η ύπαρξη ευαισθησίας κατά την ψηλάφηση και η ύπαρξη κεφαλαλγιών τύπου τάσης. Όλες οι στατιστικές αναλύσεις, των τιμών πριν και μετά τη θεραπεία, εμφάνισαν σημαντικές διαφορές, εκτός από την μεταβλητή των κροταφογναθικών ήχων. Η μετά τη θεραπεία κλινική εικόνα των περιστατικών συμφωνεί με τη στατιστική εικόνα.

Κροταφογναθικό Σύνδρομο: Κλινική Μελέτη 22 Περιστατικών

Η παρούσα έρευνα, υπό μορφή κλινικής μελέτης, συγκρίνει τη κλινική εικόνα 22 ασθενών με κροταφογναθικό σύνδρομο, πριν και μετά τη θεραπευτική τους αντιμετώπιση. Από τους 22 αυτούς ασθενείς, οι 15 είχαν παραπεμφθεί από ιδιωτεύοντες οδοντιάτρους, οι οποίοι (οδοντίατροι) είχαν ενημερωθεί -σε πλαίσιο αναζήτησης συνεργασίας για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των ασθενών- για το ρόλο της εφαρμοσμένης ψυχοφυσιολογίας στις ψυχοφυσιολογικές διαταραχές.  Οι υπόλοιποι 7 προσήλθαν με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς παραπομπή από κάποιον επαγγελματία υγείας. Σε αυτούς τους τελευταίους, αφού τους εξηγήθηκε η σημασία της σωστής διάγνωσης και της συνεργασίας με γιατρό ειδικότητας, τους ζητήθηκε να εξεταστούν από οδοντίατρο πριν την αρχή της θεραπείας τους. Όλοι τους τελικά επέλεξαν να εξεταστούν από συνεργάτη του συγγραφέα λόγω εξειδίκευσης στο κροταφογναθικό σύνδρομο. Οι 22 αυτοί ασθενείς προσήλθαν για θεραπεία κατά το χρονικό διάστημα 1991 – 1997 στο εργαστήριο ψυχοφυσιολογίας του συγγραφέα. Επιλέχθηκαν για αυτήν την μελέτη, μεταξύ άλλων περιστατικών με κροταφογναθικό σύνδρομο, με μοναδικό κριτήριο την πληρότητα του αρχείου τους σε πριν και μετά τη θεραπεία μετρήσεις. Για μια πλήρη περιγραφή του κροταφογναθικού συνδρόμου (βιβλιογραφικά, ανατομικά, διαγνωστικά και θεραπευτικά στοιχεία), ο αναγνώστης παραπέμπεται στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Μέθοδος

Υποκείμενα:

Είκοσι δύο ασθενείς με χρόνιο κροταφογναθικό σύνδρομο. Από αυτούς το 59.9% (Ν = 13) ήταν γυναίκες με ηλικιακή διακύμανση από 19 – 58 ετών (μ.ο.= 31.9) και το 40.1% (Ν = 9) ήταν άνδρες με ηλιακή διακύμανση από 22-47 ετών (μ.ο. = 34.2). Όλοι τους υπέφεραν από κροταφογναθικά συμπτώματα τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν την έναρξη της θεραπείας τους. Όλοι τους είχαν αναζητήσει για την ανακούφιση των συμπτωμάτων τους διάφορες εναλλακτικές λύσεις, όχι μόνο στο χώρο της κλασσικής ιατρικής (οδοντιατρική, νευρολογία, φαρμακοθεραπεία, φυσικοθεραπεία, TENS, κλπ) αλλά και των εναλλακτικών θεραπειών (βελονισμός, ύπνωση, οστεοπαθητική, κλπ), χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Κανένα από τα 22 υποκείμενα δεν είχε συνεργαστεί με ψυχολόγο στο παρελθόν, καθώς όλοι τους είχαν τη γνώμη ότι τα συμπτώματά τους ήταν σωματικά και δεν είχαν «ψυχολογική» βάση.

Αξιολόγηση:

Για την αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν: α) το έντυπο  δομημένης ψυχοφυσιολογικής συνέντευξης «Ψυχοφυσιολογική Εκτίμηση», κατασκευασμένο από το συγγραφέα, το οποίο επιτρέπει την επαρκή καταγραφή και παρακολούθηση της εξέλιξης του συμπτώματος, ως προς την εμφάνιση, ένταση και συχνότητα, καθώς και άλλων σημαντικών συνοδευτικών στοιχείων (βλέπε ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1) και β) ένα τετρακαναλικό σύστημα ΗΜΓ βιοανατροφοδότησης, κατασκευασμένο από το Τμήμα Βιοϊατρικής Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Μαϊάμι, Η.Π.Α., το οποίο επιτρέπει την ταυτόχρονη παρακολούθηση τεσσάρων μυϊκών ομάδων σε διαφορετικές κλίμακες ενίσχυσης, με υψηλή πιστότητα και ταχύτητα. Όλες οι καταγραφές έγιναν χρησιμοποιώντας επιφανειακά ηλεκτρόδια τύπου Ag/AgCl. Όλες οι μετρήσεις, για κάθε μυϊκή ομάδα και συνθήκη αξιολόγησης, αποθηκεύονται ηλεκτρονικά και στη συνέχεια, μπορούν να εκτυπωθούν με επιλεγμένη μορφή για στατιστική επεξεργασία.

Μετρήσεις (στοιχεία αξιολόγησης):

Μετρήθηκαν οι ηλεκτρομυογραφικές τιμές του κροταφίτη, μασητήρα, ινιομετωπιαίου και άνω τραπεζοειδή (αμφίπλευρα), η υποκειμενική εκτίμηση του πόνου, οι ημέρες πόνου ανά μήνα, η ύπαρξη βρυγμών και ήχων, η κατανάλωση φαρμάκου ανά μήνα, η ύπαρξη περιορισμού στο εύρος κίνησης της κροταφογναθικής άρθρωσης, η ύπαρξη ευαισθησίας κατά την ψηλάφηση και η ύπαρξη κεφαλαλγιών τύπου τάσης. Οι αρχικές μετρήσεις έγιναν κατά τη διάρκεια της πρώτης συνεδρίας και κωδικοποιούνται εφεξής ως μετρήσεις «πριν» (τη θεραπεία) για να διαφοροποιούνται από τις αντίστοιχες «μετά» (τη θεραπεία), που έγιναν κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης συνεδρίας ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.

Ηλεκτρομυογραφικές μετρήσεις:

Όλες οι ηλεκτρομυογραφικές μετρήσεις έγιναν με επιφανειακά ηλεκτρόδια τύπου Ag/AgCl, κατόπιν κατάλληλης προετοιμασίας του δέρματος (βλέπε Christidis, 2000α) και τοποθέτησης των ηλεκτροδίων στους υπό παρακολούθηση μύες σύμφωνα με τις υποδείξεις του Basmajian (1979). Καθώς σε όλες τις μυϊκές ομάδες παρατηρήθηκε ηλεκτρομυογραφική ασυμμετρία μεταξύ των δύο πλευρών, δίνονται μόνο οι τιμές της πλευράς με την υψηλότερη μυϊκή τάση, αφενός λόγω του ότι παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον και κατά την αξιολόγηση και κατά τη θεραπεία, αφετέρου επειδή εξυπακούεται ότι, ως αποτέλεσμα της θεραπευτικής εκπαίδευσης, οι τιμές της χαμηλότερης πλευράς θα είναι περίπου ίσες ή μικρότερες  από την ετερόπλευρή της. Οι αναφερόμενες τιμές είναι ο μέσος όρος των τιμών κατά τη διάρκεια κάθε καταγραφής και η μονάδα μέτρησης είναι το μv/sec. Για τους μύες που κατονομάστηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, οι μεταβλητές «ΚΡΟΤΑΦΙΤΗΣ – Π», «ΜΑΣΗΤΗΡΑΣ – Π», «ΙΝΙΟΜΕΤΩΠΙΑΙΟΣ – Π»,  και «ΑΤΡΑΠ – Π» αναφέρονται στις «πριν» τη θεραπεία μετρήσεις και αντίστοιχα, οι μεταβλητές «ΚΡΟΤΑΦΙΤΗΣ – Μ», «ΜΑΣΗΤΗΡΑΣ – Μ», «ΙΝΙΟΜΕΤΩΠΙΑΙΟΣ – Μ»,  και «ΑΤΡΑΠ – Μ» αναφέρονται στις «μετά» τη θεραπεία μετρήσεις.

Υποκειμενική εκτίμηση του πόνου:

Για την υποκειμενική εκτίμηση του πόνου του κάθε υποκειμένου χρησιμοποιήθηκε «οπτική αναλογική κλίμακα» (visual analog scale) μήκους 10 cm που είχε το αριστερό άκρο της την ένδειξη «0» (που σήμαινε πλήρη απουσία πόνου) και στο δεξί άκρο της την ένδειξη «10» (που σήμαινε τον ισχυρότερο κροταφογναθικό πόνο που βίωσε ποτέ το υποκείμενο). Τα υποκείμενα εκπαιδεύτηκαν επαρκώς στη χρήση της κλίμακας, ώστε να βάζουν μια κάθετη γραμμή στο συνεχές της κλίμακας ως ένδειξη του πόνου τους. Οι τιμές των μεταβλητών «ΠΟΝΟΣ – Π» και «ΠΟΝΟΣ – Μ» είναι οι «πριν» και «μετά» υποκειμενικές εκτιμήσεις του πόνου, που μετρήθηκαν ως απόσταση (της κάθετης γραμμής) από το αριστερό άκρο, σε cm.

Ημέρες πόνου ανά μήνα:

Οι τιμές των μεταβλητών «%ΠΟΝΟΣ% – Π» και «%ΠΟΝΟΣ% – Μ» αναφέρουν το σύνολο των ημερών που το υποκείμενο πονούσε κατά τη διάρκεια «πριν» και «μετά» τη θεραπεία.

Ύπαρξη βρυγμών, ήχων, περιορισμένου εύρους κίνησης, ευαισθησίας και κεφαλαλγίας τύπου τάσης:

Ο κωδικός «1» δηλώνει την ύπαρξη και ο κωδικός «0» την απουσία βρυγμών, ήχων, περιορισμού στο εύρος κίνησης της κροταφογναθικής άρθρωσης, ευαισθησίας κατά τη ψηλάφηση και κεφαλαλγιών τύπου τάσης στις αντίστοιχες μεταβλητές: «ΒΡΥΓΜΟΣ – Π», «ΗΧΟΙ – Π», «ΕΚ – Π», «ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ – Π» και «ΚΤΤ – Π» για «πριν» τη θεραπεία και «ΒΡΥΓΜΟΣ – Μ», «ΗΧΟΙ – Μ», «ΕΚ – Μ», «ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ – Μ» και «ΚΤΤ – Μ» για «μετά» τη θεραπεία.

Για τη παρουσία ή την απουσία των βρυγμών, πέρα από την αυτοαναφορά του υποκειμένου, συμπεριλήφθηκε και η αναφορά του/της συντρόφου για την εξακρίβωσή της κατά τη διάρκεια του ύπνου. Η παρουσία ή απουσία των ήχων βασίστηκε στην αυτοαναφορά των υποκειμένων. Η εκτίμηση του εύρους κίνησης έγινε με παρατήρηση του ανοίγματος του στόματος, κατά τις υποδείξεις του Cannistraci (1981). Η διερεύνηση ύπαρξης ευαισθησίας έγινε με ψηλάφηση όλων των προαναφερθέντων μυών, όπως επίσης και των έσω και πλάγιου πτερυγοειδούς (βλέπε Christidis, 2000α). Το ιστορικό των υποκειμένων διερευνήθηκε για κεφαλαλγίες, όπου όλα τα υποκείμενα υπέφεραν από κεφαλαλγίες τύπου τάσης και δεν αναγνωρίστηκε κανένας άλλος τύπος κεφαλαλγίας. Για την κατάταξη των κεφαλαλγιών χρησιμοποιήθηκαν τα κριτήρια της Διεθνούς Εταιρίας Κεφαλαλγίας (International Headache Society, 1988). Πέρα από τις κεφαλαλγίες, το ιστορικό των υποκειμένων διερευνήθηκε και για άλλα συμπτώματα και διαταραχές (π.χ. διαταραχές ύπνου, περιόδου κλπ) τα οποία όμως δεν αναφέρονται εδώ.

Κατανάλωση φαρμάκου:

Η μεταβλητή «Rx – Π» εμφανίζει τη χρήση των φαρμάκων που έκανε το υποκείμενο εξ αιτίας του κροταφογναθικού συνδρόμου του, κατά το χρονικό διάστημα του ενός μήνα «πριν» τη θεραπεία, ως 100% της συνολικής κατανάλωσης, ενώ η μεταβλητή «Rx – Μ» εμφανίζει τη χρήση που έκανε το μήνα «μετά» τη θεραπεία, υπολογισμένη ως ποσοστό (%) επί της αρχικής. Ο τρόπος αυτός επιλέχθηκε για να αντιμετωπιστεί η δυσκολία ομαδοποίησης και σύγκρισης των διαφορετικών φαρμάκων και δόσεων και έτσι, κάθε υποκείμενο συγκρίθηκε με τον εαυτό του. Ως αυτοαναφορά βασισμένη σε ανάκληση πληροφορίας χρονικής διάρκειας ενός μηνός, ενέχει μεν μεγάλα περιθώρια λάθους αλλά εξακολουθεί να προσφέρει ικανοποιητική εικόνα για τη χρήση φαρμάκων.

Ο «ΠΙΝΑΚΑΣ 1» παρουσιάζει τα προαναφερθέντα αρχικά ευρήματα («πριν»), που αποτελούν και τη γραμμή εκκίνησης, καθώς και την ηλικία και το φύλο των υποκειμένων. Στη τελευταία σειρά του πίνακα δίνονται οι μέσοι όροι.

Μέθοδος – Θεραπευτική Αντιμετώπιση:

Η παρούσα κλινική μελέτη, λόγω της φύσης της, δεν περιέχει ομάδα ελέγχου αλλά συγκρίνει το κάθε υποκείμενο με τον εαυτό του «πριν» και «μετά» τη θεραπευτική παρέμβαση σε όλες τις προαναφερθείσες μεταβλητές. Η θεραπευτική αντιμετώπιση βασίστηκε στις αρχές της εφαρμοσμένης ψυχοφυσιολογίας και της γνωστικοσυμπεριφορικής θεωρίας. Η διάρκεια της θεραπείας ήταν κατά μέσο όρο 12 συνεδρίες (εύρος διακύμανσης 8-17), όπου οι πρώτες 8 έγιναν με συχνότητα 2/εβδομάδα και οι υπόλοιπες 1/εβδομάδα. Γενικά, θεωρήθηκε ότι με αυτή τη συχνότητα επιτυγχάνεται η καλύτερη σχέση μάθησης – εμπέδωσης. Τα βασικά στοιχεία της παρέμβασης, μετά την αξιολόγηση, ήταν τα εξής:

Νευροφυσιολογική εκπαίδευση:

Προσφέρθηκε λεπτομερής εκπαίδευση σε θέματα: α) της λειτουργικής φυσιολογίας του κροταφογναθικού μηχανισμού και β) της σωματικής αντίδρασης του στρες του οργανισμού. Στόχος ήταν, για κάθε υποκείμενο, να αποκτηθεί λειτουργική αντίληψη: 1) του πώς οι στρεσοπαράγοντες (φυσικοί, ξαφνικοί και γνωστικοί) εκλύουν την αντίδραση του στρες στον οργανισμό, 2) της διαδικασίας σωματοποίησης του άγχους και 3) της σχέσης των προαναφερθέντων στην εμφάνιση των κροταφογναθικών συμπτωμάτων και γενικότερα, στην εμφάνιση ψυχοφυσιολογικών διαταραχών. Κατά τη νευροφυσιολογική εκπαίδευση ήταν σημαντική η ορθή κατανόηση της πληροφορίας και γι’  αυτόν το σκοπό χρησιμοποιήθηκαν πολλά παραδείγματα, άτλαντες, εικόνες ανατομίας κ.ά.

ΗΜΓ Ανατροφοδότηση:

Όπως αναφέρθηκε και στις μετρήσεις, χρησιμοποιήθηκε ένα τετρακαναλικό σύστημα ΗΜΓ ανατροφοδότησης με δύο οθόνες, παρέχοντας τη δυνατότητα στο θεραπευτή να αφαιρεί, κατ’ επιλογή του, την ανατροφοδότηση από το υποκείμενο για λόγους ελέγχου της μάθησης και εξάσκησης της επιθυμητής νευρομυϊκής συμπεριφοράς. Στόχοι ήταν: α) ο έλεγχος της αυξημένης μυϊκής τάσης (χαλάρωση) και β) η εκπαίδευση κανονικών προτύπων νευρομυϊκών συμπεριφορών μεταξύ αγωνιστών – ανταγωνιστών του κροταφογναθικού συστήματος, αμφίπλευρα (για σχετική συζήτηση βλέπε Christidis, 2000α και Χρηστίδης, 2000β). Στην αρχή της κάθε συνεδρίας τα υποκείμενα εξετάζονταν, με κλειστή την οθόνη, για τη διαπίστωση του βαθμού συγκράτησης του μαθημένου ελέγχου. Γενικά, στους συγκεκριμένους μύες, ηλεκτρομυογραφικές τιμές κατώτερες των 2.0 μv/sec θεωρούνται κανονικές («χαλαρές») ενώ, άνω των 2.0 μv/sec, θεωρούνται υψηλές και εντάσσουν το άτομο σε κατηγορία κινδύνου για κροταφογναθικό σύνδρομο και κεφαλαλγίες τύπου τάσης. Σημασία έχει επίσης, πέρα από το μέγεθος της μυϊκής τάσης και η διάρκειά της. Δηλαδή, ένα άτομο μπορεί να εμφανίζει σχετικά μικρά επίπεδα μυϊκής τάσης (όμως, άνω των 2.0 μv/sec) αλλά να τα διατηρεί επίμονα στο χρόνο και έτσι να δημιουργεί επαρκείς συνθήκες μυϊκού κάματου για την εμφάνιση συμπτωμάτων.

Τεχνικές διαχείρισης του στρες:

Αποκτώντας γνώσεις για τη σωματική αντίδραση του στρες, μέσω της νευροφυσιολογικής κατάρτισης και αντίληψης του βαθμού ελέγχου των σωματικών τους αντιδράσεων (της μυϊκής τάσης), μέσω της ανατροφοδότησης, τα υποκείμενα εκπαιδεύονταν στη διαχείριση των στρεσοπαραγόντων με κύριο στόχο την πρόληψη της εμφάνισής τους και την αποδοτικότερη αντιμετώπισή τους. Οι κύριες τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η γνωστική αναδόμηση, το ημερολόγιο καταγραφής συμπτωμάτων, η εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά και η επίλυση προβλημάτων.

Ασκήσεις χαλάρωσης:

Τα υποκείμενα εκπαιδεύτηκαν σε μία τεχνική γενικής χαλάρωσης που έχει μορφοποιηθεί από το συγγραφέα, και περιέχει τρία στάδια: α) διαφραγματική αναπνοή, β) μυϊκή σάρωση και γ) καθοδηγούμενη φαντασίωση. Όλα τα υποκείμενα έμαθαν σωστά την τεχνική (με διαφορετικού βαθμού επαναλήψεις, επεξηγήσεις, διορθώσεις και παροτρύνσεις για κάθε υποκείμενο) και εξασκούνταν πλέον μόνα τους.
Υποστηρικτικές συνεδρίες:

Ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, έγινε μια προγραμματισμένη υποστηρικτική συνεδρία με σκοπό τη παρακολούθηση της προόδου των υποκειμένων στο μεσοδιάστημα και τον προσδιορισμό της ανάγκης για περαιτέρω παρακολούθηση. Από τα δεδομένα της υποστηρικτικής συνεδρίας δεν προέκυψε ανάγκη για περαιτέρω θεραπευτική παρακολούθηση, για κανένα από τα υποκείμενα.

Ευρήματα

Ο «ΠΙΝΑΚΑΣ 2» παρουσιάζει τις τιμές (Μ.Ο., Ελάχιστο και Μέγιστο εύρος διαστήματος) όλων των σχετικών συνεχών μεταβλητών για «πριν» και «μετά» τη θεραπεία, ενώ ο «ΠΙΝΑΚΑΣ 3» παρουσιάζει τις συχνότητες των κατηγορικών μεταβλητών. Στον «ΠΙΝΑΚΑ 2» είναι εμφανές ότι: α) οι ελάχιστες ηλεκτρομυογραφικές τιμές «πριν» κυμαίνονται άνω της κρίσιμης τιμής των 2.0 μv/sec, για όλα τα υποκείμενα και β) το εύρος διακύμανσης των τιμών «μετά» μειώνεται σε επίπεδα κάτω του Μ.Ο. «πριν», για την εκάστοτε μεταβλητή. Ειδικά για τις ηλεκτρομυογραφικές μετρήσεις, μόνο η μέγιστη τιμή του τραπεζοειδούς ενός υποκειμένου βρίσκεται πάνω από την κρίσιμη τιμή των 2.0 μv/sec.

Ο «ΠΙΝΑΚΑΣ 4» παρουσιάζει τα αποτελέσματα της στατιστικής επεξεργασίας (t-test) των δεδομένων του «ΠΙΝΑΚΑ 2» και ο «ΠΙΝΑΚΑΣ 5» τα αποτελέσματα της στατιστικής επεξεργασίας (McNemar test) για τις κατηγορικές μεταβλητές του (ΠΙΝΑΚΑ 3). Με όριο εμπιστοσύνης σε επίπεδο 99% (p< .01), χρησιμοποιώντας τη διαδικασία t-test διπλής κατεύθυνσης, οι συγκρίσεις όλων των μεταβλητών, «πριν» και «μετά» τη θεραπεία, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές εκτός από τους ήχους. Η μόνη μεταβλητή, που κατά τη στατιστική της δοκιμασία δεν εμφανίζει διαφορά είναι η «ΗΧΟΙ Π και Μ». Επίσης, πέρα από τις αναφερόμενες στατιστικές συγκρίσεις, διερευνήθηκαν και οι επιδράσεις του φύλου, οι οποίες δεν ήταν σημαντικές παρά μόνο στην «ΗΛΙΚΙΑ». Εφόσον όμως, η ηλικία των υποκειμένων προέκυπτε ως τυχαίο χαρακτηριστικό του δείγματος και δεν επέδρασε με καμία άλλη μεταβλητή (όπως αποδείχθηκε από επεξεργασία MANOVA [ΦΥΛΟ] * [ΗΛΙΚΙΑ] * [Όλες τις άλλες μεταβλητές]), παραλείπεται από οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση, ως μη έχουσα σημασία.

Συζήτηση – Συμπεράσματα

Αυτή η κλινική μελέτη, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως: α) διεξήχθη σε χρονικό διάστημα πολλών ετών, β) τα δεδομένα των μεταβλητών προέρχονται από τα αρχεία των υποκειμένων κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους και γ) δεν είχε την δυνατότητα να συμπεριλάβει ομάδα ελέγχου. Όμως, λόγω χρήσης του συγκεκριμένου ψυχοφυσιολογικού – γνωστικοσυμπεριφορικού μοντέλου, υπήρχε ικανοποιητικός βαθμός σταθερότητας και ομοιογένειας στη προσφορά των θεραπευτικών τεχνικών και επίσης, αρκετά όμοια και μετρήσιμα δεδομένα για το σχηματισμό και τη σύγκριση των μεταβλητών. Η φύση του προβλήματος, σε σύγκριση με άλλα – πιο «ψυχολογικής» μορφής – προβλήματα, επιτρέπει την αξιολόγηση του θεραπευτικού αποτελέσματος μέσω της παρακολούθησης των συμπτωμάτων. Η παρούσα έρευνα έλαβε υπόψη της μόνο τα σωματικά συμπτώματα του κροταφογναθικού συνδρόμου και δεν αναφέρεται σε στοιχεία ψυχοκοινωνικών διαστάσεων της πάθησης, τα οποία υπάρχουν και πρωτογενώς και δευτερογενώς. Η παρακολούθηση των σωματικών συμπτωμάτων προσφέρει υψηλότερη αξιοπιστία και εγκυρότητα στις μετρήσεις, αν και κάποιες μετρήσεις βασίζονται σε αυτοαναφορές, λόγω της υποκειμενικής διάστασης του συμπτώματος (π.χ.  πόνος, ήχοι) ή σε μέθοδο που, έστω κατόπιν εκπαίδευσης, μπορεί να διαφέρει από αξιολογητή σε αξιολογητή ως προς το μέγεθος των ευρημάτων (π.χ. ψηλάφηση, εύρος κίνησης). Στη συγκεκριμένη μελέτη, κατά τη κρίση του συγγραφέα, η πιο «αδύνατη» μεταβλητή είναι αυτή των φαρμάκων.  Ενώ το κάθε υποκείμενο ήταν αρκετά σταθερό στην κατανάλωση των δικών του φαρμάκων (είδος – ποσότητα – συχνότητα), ίσως λόγω της σχετικής σταθερότητας στην εμφάνιση των συμπτωμάτων του, υπήρχαν όμως σημαντικές διαφορές και στις τρεις διαστάσεις της κατανάλωσης από υποκείμενο σε υποκείμενο. Θεωρήθηκε λοιπόν λογικό και πρακτικό, εφόσον υπήρχαν τα στοιχεία κατανάλωσης και για «πριν» και για «μετά» για όλα τα υποκείμενα, το να υπολογιστεί η «πριν» κατανάλωση ως 100% και να αποτελέσει γραμμή εκκίνησης. Έτσι, η οποιαδήποτε διακύμανση μπορούσε να προσαρμοστεί (είτε προσθετικά για αύξηση της κατανάλωσης είτε αφαιρετικά για τη μείωση) επί του αρχικού ποσοστού και να αποτελέσει ομοιογενή μέτρηση για όλα τα υποκείμενα. Παρά τους περιορισμούς της, η μεταβλητή της κατανάλωσης φαρμάκων προσφέρει μια καλή εικόνα αυτής της διάστασης, καθώς, στο σύνολο των υποκειμένων, η χρήση φαρμάκων μειώθηκε στο 4.32% της αρχικής ποσότητας. Το περιθώριο εμπιστοσύνης για τις στατιστικές δοκιμασίες ορίστηκε στο 99%. Όπως φαίνεται όμως στον «ΠΙΝΑΚΑ 4» και στον «ΠΙΝΑΚΑ 5», η σημαντικότητα των διαφορών ξεπερνά το 0,001 σε όλες τις δοκιμασίες, εκτός αυτής των κροταφογναθικών ήχων.

Μεταφράζοντας την στατιστική εικόνα σε κλινικό αποτέλεσμα, βάσει των θέσεων προηγούμενου άρθρου (Χρηστίδης, 2000β), παρατηρείται ότι η μείωση της αυξημένης μυϊκής τάσης, σε κανονικά επίπεδα, είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των κροταφογναθικών συμπτωμάτων. Η μείωση της μυϊκής τάσης οφείλεται: α) στην εκπαίδευση που είχαν τα υποκείμενα με τη τεχνική της ΗΜΓ ανατροφοδότησης, όπου έμαθαν να ελέγχουν μια δυσλειτουργική σωματική τους συμπεριφορά και να την διατηρούν εντός αποδεκτών ορίων, και β) στην ψυχοθεραπευτική παρέμβαση που τους οργάνωσε σε θέματα διατήρησης του ελέγχου, μέσω γνωστικής αναδόμησης, παρακολούθησης του συμπτώματος, αντιμετώπισης στρεσοπαραγόντων, ανεύρεσης λύσεων και διεκδικητικής συμπεριφοράς. Σημαντικός ήταν και ο ρόλος της νευροφυσιολογικής κατάρτισης, όπου τα υποκείμενα απέκτησαν «εικόνες» του παθογενετικού μηχανισμού του κροταφογναθικού συνδρόμου (δυσλειτουργικές συμπεριφορές, μυϊκός κάματος, φλεγμονές, πόνος), ώστε να ξέρουν τι να αποφεύγουν και «εικόνες» της κανονικής λειτουργίας της κροταφογναθικής άρθρωσης, ώστε να τις επιδιώκουν. Στα πλαίσια της νευροφυσιολογικής κατάρτισης, τα υποκείμενα έμαθαν για την αντίδραση του στρες του οργανισμού, την σχέση μεταξύ συμπαθητικού και παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος και για τη λειτουργία των στρεσοπαραγόντων (φυσικών, ξαφνικών, γνωστικών) ως εκλυτικών παραγόντων της αντίδρασης του στρες. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο ρόλος της εκπαίδευσής τους στις τεχνικές χαλάρωσης, καθώς πέρα από τον μυϊκό έλεγχο που απέκτησαν μέσω της ΗΜΓ ανατροφοδότησης, ήξεραν πλέον πως να πετύχουν ικανοποιητικά επίπεδα γενικής χαλάρωσης και να τα διατηρούν στη καθημερινή τους ζωή. Όλα τα στοιχεία που αναφέρονται σε αυτήν την παράγραφο, θεωρήθηκαν σημαντικά για τον ολοκληρωμένο έλεγχο της σωματοποίησης και της εμφάνισης των συμπτωμάτων.

Καθώς τα υποκείμενα μπορούσαν πλέον να διατηρήσουν ικανοποιητικά επίπεδα μυϊκής χαλάρωσης στους μύες που εμπλέκονται στον παθογενετικό μηχανισμό του κροταφογναθικού συνδρόμου, επήλθαν αντίστοιχες βελτιώσεις στον πόνο, στην κατανάλωση φαρμάκων, στον βρυγμό, στο εύρος κίνησης, στην ευαισθησία και στις κεφαλαλγίες τύπου τάσης. Εξυπακούεται ότι οι μεν κεφαλαλγίες (όντας τύπου τάσης) βελτιώθηκαν λόγω του ότι ο παθογενετικός τους μηχανισμός είναι ο ίδιος με αυτόν του κροταφογναθικού συνδρόμου (βλέπε Hatch, (1998) και Kunkel, (1989)) και ότι η αλλαγή στην κατανάλωση φαρμάκων οφείλεται ευθέως στην αλλαγή του πόνου.
Μια επόμενη έρευνα, με πιο αυστηρό πειραματικό σχεδιασμό, συμπεριλαμβάνοντας ομάδα ελέγχου, θα μπορούσε να επαληθεύσει τη σημαντικότητα των παρόντων ευρημάτων και να μειώσει  την πιθανότητα παρεμβολής τρίτων παραγόντων, στο θεραπευτικό αποτέλεσμα.